Ένας πόνος πως είμαι μόνος

vasilis2

Νεοφερμένο μέλος

Ο vasilis2 αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Είναι 64 ετών. Έχει γράψει 11 μηνύματα.
Έχω τόσον καιρό να επικοινωνήσω μαζί σας... Και δεν είναι μόνο το ότι μου λείπει ο χρόνος... Κάποια στιγμή «έφυγα» κυριολεκτικά απ' τον κόσμο μας και νά μαι πάλι εδώ ολοζώντανος...
Θα ήθελα επιπλέον να διευκρινίσω ότι δουλεύοντας ως δάσκαλος Υποκριτικής, Δημιουργικής γραφής, ως συγγραφέας που προσπαθεί να βρει ελεύθερο χρόνο να γράψει το νέο του βιβλίο, ο πραγματικά ελεύθερος χρόνος είναι πολύ λίγος...
Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το site είναι απ' τα πιο ποιοτικά που έχω βρει στο Internet. Εννοώ ότι τα πρόσωπα που συνδιαλέγονται εδώ έχουν μια ποιότητα...
Εγώ τώρα θέλω να κάνω μια μικρή δωρεά στους χρήστες του site.Όχι βεβαίως κάποιο οικόπεδο. (Αυτά τα κάνουν οι κυβερνώντες στους καλόγερους -και όχι μόνο) Εγώ το μόνο που έχω να σας δώσω είναι ένα κεφάλαιο απ' το νέο βιβλίο μου Η ΑΓΑΠΗ ΔΙΔΑΣΚΕΙ -προσοχή και τα αυτιά έχουν τοίχους.


ΕΝΑΣ ΠΟΝΟΣ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ


Τζούνιορ

Τις επόμενες μέρες που ήρθαν και που πέρασαν, μπαμπάς, μαμά, Ιλάειρα και μαζί τους η Έρικα, ξεσάλωσαν τελείως. Με τον ήλιο έφευγαν, με το φεγγάρι γύριζαν.
Τη μία πήγαιναν στη Συκιά, την άλλη στο Καλαμίτσι, την παράλλη στην ακτή Πορτοκάλι.

Εμένα με ξέχασαν τελείως. Μου άφηναν κριτσίνια και νερό και έφευγαν.
Τους έβλεπα να φεύγουν. Να τους παίρνει ο δρόμος.
Μετά έρχονταν η ζέστη. Από πού έρχονταν δεν έβλεπα, αλλά έρχονταν. Μεγάλη ζέστη. Κάθονταν πάνω στη γούνα μου και δε με άφηνε να ανασάνω.
Ύστερα έρχονταν και το γατάκι νιαουρίζοντας να βυζάξει. Τη μάνα του ήθελε, σε μένα έρχονταν αυτό. Όμως, μάνα είμαι εγώ; Δεν είμαι.
Γιʼ αυτό κι εγώ έφευγα παραπέρα, γιατί κι εγώ μοναχούλης ήμουνα. Μικρός και μοναχούλης. Έβαζα το κεφάλι μου μέσα στα πόδια μου και κοιμόμουν. Τι άλλο να έκανα;
Αλλά και στον ύπνο μου πάλι μοναχός μου ήμουνα. Γιʼ αυτό και μπορούσε και με έβρισκε ένας πόνος, πως είμαι μόνος.
Κι ο γάτος πατέρας μου έρχονταν στον ύπνο μου, αλλά δε μπορούσε να διώξει τον πόνο. Έκλαιγα στον ύπνο μου, γιατί ο γάτος πατέρας μου είχε πεθάνει για να ζήσω εγώ. Τον σκότωσαν τα σκυλιά. Γάτο-πατέρα δεν είχα. Γιʼ αυτό όλο μοναχούλης ήμουνα.

Μετά έρχονταν το φεγγάρι και έρχονταν κι αυτοί.

Η Ιλάειρα με έπαιρνε αγκαλιά, αλλά εγώ έφευγα, γιατί κρατούσε αγκαλιά και το ξένο γατί. Πήγαινα εκεί στην άκρη-άκρη πάλι μοναχούλης. Κοίταζα τα δέντρα. Μπορεί και τίποτα να μην κοίταζα. Άκρη άκρη. Να δουν αυτοί που με είχαν αφήσει μοναχό. Να δουν που έπαιρναν αγκαλιά το γατί και κουκλί το έλεγαν.
«Ο γάτος έπαθε κατάθλιψη», έλεγε η μαμά.
«Κρατάει μούτρα!», έλεγε η Ιλάειρα. «Ζηλεύει. Έλα εδώ, χαζούλη!»
Αλλά εγώ δεν πήγαινα. Κοίταζα τα δέντρα και δεν πήγαινα. Τον κουφό έκανα, να δουν αυτοί.

Ύστερα ήρθαν πρώτα οι αστραπές.
«Καταιγίδα έρχεται», είπε ο μπαμπάς.
Η μαμά μάζευε τα πράγματα. Τα έβαζε στη σκηνή να μην τα βρει η καταιγίδα που θα έρχονταν.
Να έρχονταν η καταιγίδα να με βρει και μένα. Να γίνω μούσκεμα, να κρυώσω και να πεθάνω. Κι αυτοί να κλαιν που πέθανα. Να δει τότε η Ιλάειρα.
Ύστερα ήρθε μία κυρία έξαλλη.
«Δικό σας είναι το μαύρο σκυλί;»
«Δικό μας».
«Δε ντρέπεστε να το αφήνετε λυτό;»
«Αφήστε τα δε ντρέπεστε και πέστε μας τι συμβαίνει!»
«Συμβαίνει που μας έκλεψε μία μπριζόλα και τις άλλες τις έριξε στο χώμα».
«Μα πού τις είχατε;»
«Έξω, κύριε, να τις ψήσουμε. Νά τη! Παναγίτσα μου, κατάμαυρη σαν πίσσα! Μη! Μακριά!»
Η χαζοβιόλα, η Έρικα, ήρθε χαρούμενη. Αλλά εμένα δε με ένοιαζε. Ούτε αυτή με αγαπούσε. Ναι. Όταν με τάιζαν κονσέρβα με κρέας κι εγώ δεν το έτρωγα όλο αμέσως, αυτή μου το έτρωγε. Αυτοί όμως την αγαπούσαν αυτή. Και μαζί τους την έπαιρναν. Και στις θάλασσες την έπαιρναν.
«Λυπάμαι, κυρία μου. Να πάω να σας αγοράσω. Πόσες ήταν οι μπριζόλες;»
Δεν ήταν σίγουρη. Το σκεφτόταν.
«Ε, να μην ήταν δύο κιλά;»
«Πόσα άτομα είστε, κυρία μου;»
«Εγώ με τον άντρα μου»
«Και θα τρώγατε για βραδινό δύο κιλά κρέας;»
«Τόσο ήταν, κύριε! Θα μου κάνετε και παρατήρηση από πάνω;»
«Κάθε άλλο! Μήπως ήταν τρία και δε θυμάστε καλά; Θα πάω να σας φέρω τρία κιλά».

Ο μπαμπάς δεν τη μάλωσε την Έρικα. Έφυγε μέσα στη νύχτα και στις αστραπές να φέρει το κρέας που έφαγε και δεν έφαγε η Έρικα. Γιατί μία γειτόνισσα είπε μετά στη μαμά: ʽΜόνο δυο παϊδάκια κρέας είχανʼ.
Μετά ήρθε η καταιγίδα. Με άρπαξαν τα χέρια της Ιλάειρας και με έβαλαν μέσα. Εγώ δεν ήθελα, αλλά ήθελα. Και χάδια ήθελα, αλλά η μαμά άφησε κάτω το γατάκι και προσπαθούσε να κλείσει την τρύπα που είχε φτιάξει η χαζο-Έρικα.
Έκλαιγε. Η Έρικα φοβόταν και έκλαιγε. Η Ιλάειρα πήγε να τη λύσει. Αλλά, ήταν πολύ σκοτάδι ξαφνικά και δεν έβλεπε καλά. Και η Έρικα τραβούσε να φύγει. Απʼ το φόβο της, δεν άκουγε.
Μπήκε μέσα η Ιλάειρα μούσκεμα. Σταφύλι. Και η χαζο-Έρικα τινάχτηκε. Μας έκανε μούσκεμα όλους.
«Μη!» φώναξε η μαμά, αλλά αυτή το βιολί της.
Και μετά ήρθε πάλι ο μπαμπάς μούσκεμα κι αυτός.
«Χαμός! Δε μπορείς να δεις, ούτε στα δυο μέτρα. Χρόνια έχω να δω τέτοια βροχή!»

Μετά, με τις αστραπές ήρθαν και δυνατές βροντές. Οι αστραπές φώτιζαν ξαφνικά για λίγο τη σκηνή και μπουμ! Πολύ δυνατό. Να σου σηκώνεται η τρίχα. Από πού έρχονταν δεν ήξερα, αλλά φοβόμουν. Όχι πολύ όμως.
Μία νύχτα, όταν ήμουν μικρός, είχαν έρθει πάλι οι αστραπές με τις βροντές. Κοιμόμουν αγκαλιά με τον Άλεξ, το γάτο πατέρα μου, και δε φοβόμουν.
Τώρα όμως φοβόμουν λίγο.
Με πήρε η μαμά αγκαλιά. Η Ιλάειρα κούρνιασε στην αγκαλιά του μπαμπά με το γατάκι της. Αλλά η χαζο-Έρικα φοβόταν και έκλαιγε. Σαν το ψάρι έτρεμε.
«Τι έπαθες, Έρικα;» είπε ο μπαμπάς. «Καλά, τόσο φοβιτσιάρα είσαι;»
Αλλά η Έρικα είχε πάθει πανικό. Ήρθε να χωθεί στην αγκαλιά της μαμάς και η μαμά με άφησε στο πλάι!
«Θα πάθει τίποτα αυτή».
Άρχισε να τη χαϊδεύει.
«Μη φοβάσαι... Εδώ είμαστε εμείς. Σʼ αγαπάμε».
Η Έρικα –κοτζάμ γαϊδούρα- ήθελε να ανεβεί στην αγκαλιά της! Γέλασαν όλοι με τα καμώματα της χαζής.
Αλλά εγώ καθόμουν μοναχούλης. Άκουγα τη βροχή που έδερνε τη σκηνή. Η βροχή είχε πάρει ένα ξύλο και έδερνε τη σκηνή.
«Μπράβο στους Γερμανούς», είπε ο μπαμπάς. «Τουλάχιστον ξέρουν να φτιάχνουν σκηνές και αυτοκίνητα».
Η μαμά έβγαλε το κεφάλι της λίγο έξω.
«Θα πλημμυρίσουμε! Το νερό τρέχει ποτάμι!»
«Δεν έχουμε φόβο. Ο Γερμανός έχει προβλέψει μέχρι και είκοσι πόντους νερό. Είμαστε σε κατηφόρα και τα νερά φεύγουν».
Όμως, οι άλλοι που ήταν απέναντι από εμάς είχαν βάλει μπροστά τα αυτοκίνητα και έφευγαν.
«Το είπε η τηλεόραση, έρχεται καταστροφή!» φώναξε μία γυναίκα.
Η μαμά φοβήθηκε.
«Μήπως να φέρουμε και εμείς το αυτοκίνητο;»
Ο μπαμπάς όμως δε φοβήθηκε.
«Τώρα, μάλιστα! Το είπαν οι διεστραμμένοι, που όταν δε βρίσκουν καταστροφή τη δημιουργούν. Δε θυμάσαι τι θα παθαίναμε πέρυσι τα Χριστούγεννα;»
«Τι θα παθαίναμε, μπαμπά;» ρώτησε η Ιλάειρα που ψοφούσε για ιστορίες.
«Πηγαίναμε στο χωριό και λίγο πριν τη Λαμία σταματήσαμε για καφέ. Ο καιρός ήταν καλός. Και βλέπουμε στην τηλεόραση: Απευθείας σύνδεση-Καρδίτσα τώρα. Μισό μέτρο χιόνι! Και μας έδειχνε την καταστροφή. Αυτοκίνητα κολλημένα στα χιόνια, χαλασμός.
Παραλίγο να γυρίσουμε πίσω. Κι όταν φτάσαμε δεν υπήρχε ούτε ίχνος χιόνι στο δρόμο. Υπήρχε λίγο χιονάκι στα χωράφια.
«Κι αυτοί πώς το έδειχναν, αφού-»
«Έδειχναν πλάνα αρχείου. Πριν από δυο ή τρία χρόνια. Οπότε καθίστε τώρα κι απολαύστε τη βροχή».
Νυστάξαμε και κοιμηθήκαμε. Ωραία ήταν. Όλοι αγκαλιά. Οι αστραπές έρχονταν ακόμα, αλλά η μυρωδιά της αγκαλιάς μας προφύλαγε. Είχε κάνει μια μεγάλη ομπρέλα και μας προφύλαγε.
Εγώ δεν ήμουν άλλο μοναχούλης. Ας ήταν και το γατάκι. Στην αγκαλιά μου ήταν. Ήθελε να μυρίζει τη γούνα μου.

Το πρωί ήρθε ένας ήλιος ολόλαμπρος. Έφυγε η νύχτα που είχε φέρει τη βροχή και ήρθε ο ήλιος.
Ήρθαν και οι μυρωδιές. Με άφησαν πάλι μοναχούλη και έφυγαν. Τους πήρε πάλι ο δρόμος. Εγώ πήρα τις μυρωδιές και έφυγα κι εγώ. Με έπαιρναν οι μυρωδιές και όλο έφευγα. Να δουν αυτοί.
Αλλά ήρθε και με είδε ένας γάτος. Άγριος γάτος. Ήρθε να με διώξει απʼ τις μυρωδιές.
Εγώ δεν έφευγα τώρα. Σήκωσα το πόδι μου και περίμενα μοναχός. Η Έρικα μακριά ήταν. Την είχε πάρει κι αυτή ο δρόμος. Όταν μου όρμησε, εγώ του ξέσκισα το αφτί. Να μάθει αυτός.
Εγώ με το μέρος της αγάπης είμαι. Αλλά η αγάπη έχει και νύχια.
Μου όρμησε πάλι με μανία να με δαγκώσει. Δεν ήξερε να παλεύει. Εγώ ήξερα. Μου είχε μάθει ο γάτος πατέρας μου να μάχομαι όρθιος. Μόνο με νύχια. Να μην αφήνω τον εχθρό να με πλησιάσει.
Του έδωσα μία νυχιά. Και μόλις νιαούρισε και έκανε πίσω να μου ξανα- ορμήξει, τον πρόλαβα εγώ. Έπεσα πάνω του σαν αστραπή και πριν τον αρπάξω γερά το έβαλε στα πόδια. Τον πήραν οι θάμνοι.

Εγώ πάλι έφευγα. Έφευγα κλαίγοντας κι όλο παραπονιώντας. Σα νύφη έφευγα. Που η μάννα με έδιωχνε.
Σαν Παρασκευή
και ένα Σαββάτο βράδυ
έφευγα.


Να σας δώσω το μονόλογο του γάτου που χάθηκε...
(το παραθέτω ως συννημένο κείμενο χωρίς τις εικόνες που υπάρχουν στο βιβλίο)

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
καλως μας ήρθες πάλι Βασίλη:). Δυστυχως το συνημμένο σου δεν φαίνεται όμως..

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Καλωσηρθατε!
Δε φαινεται το συνημμενο,και ειχα αγωνια να το δω...

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
καλως μας ήρθες πάλι Βασίλη:). Δυστυχως το συνημμένο σου δεν φαίνεται όμως..

Σ' ευχαριστώ Νότα καθώς και τον (την) χρήστη Nouketis για το καλωσόρισμα. Δεν ξέρω γιατί το συννημένο δεν φαίνεται, γι' αυτό
και το ενσωμάτωσα μόλις τώρα στην επιστολή μου.

Περιμένω τις εντυπώσεις σας...

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Καλωσήλθατε και απο μένα..:)
Μήπως είναι πολύ μεγάλο για να ανέβει? Θα βγάλει ένα μήνυμα σφάλματος αν ισχύει κάτι τέτοιο.:redface:

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Παρατριχα να βαλω τα κλαμματα!!!!!!!!!
Δεν εχει happy end??Θελω χάπι εντ τωρα!! Και τι εφυγε;; Δεν μ΄αρεσουν οι ιστοριες χωις χάπι εντ...Χαπι ξε χαπι θα παθουμε καμια καταθλιψη στο τελος και θα ζηταμε κανα χάπι !!

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Παρατριχα να βαλω τα κλαμματα!!!!!!!!!
Δεν εχει happy end??Θελω χάπι εντ τωρα!! Και τι εφυγε;; Δεν μ΄αρεσουν οι ιστοριες χωις χάπι εντ...Χαπι ξε χαπι θα παθουμε καμια καταθλιψη στο τελος και θα ζηταμε κανα χάπι !!

:)Αγαπητή Bilio, το βιβλίο έχει χάπι-εντ και δεν θα χρειαστεί να πάρεις χάπι. Αυτό που διάβασες είναι ένα κεφάλαιο... Αλλά και να έβαζες τα κλάματα κι αυτό λυτρωτικό είναι. Θα ξέρεις βέβαια ότι η συγκίνηση και ο πόνος (όσο και αν δεν τον θέλουμε) ωριμάζει τον άνθρωπο και του μαθαίνει να αγαπά. Να είναι γεναιόδωρος στην αγάπη.

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Aληθεια; Ενα αποσπασμα ηταν μονο; Ωραια...ποτε κυκλοφορει το βιβλιο;Να με ενημερωσεις...θελω να μαθω το τελος της ιστοριας του γατουλι....κι ελπιζω να εχει χαπι εντ!!!

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
:)Αγαπητή Bilio, το βιβλίο έχει χάπι-εντ και δεν θα χρειαστεί να πάρεις χάπι. Αυτό που διάβασες είναι ένα κεφάλαιο... Αλλά και να έβαζες τα κλάματα κι αυτό λυτρωτικό είναι. Θα ξέρεις βέβαια ότι η συγκίνηση και ο πόνος (όσο και αν δεν τον θέλουμε) ωριμάζει τον άνθρωπο και του μαθαίνει να αγαπά. Να είναι γεναιόδωρος στην αγάπη.

Υπέροχο. Να είσαι καλά.

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Ειναι πραγματικα υπεροχο...Ποτε κυκλοφορει το βιβλιο;

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 
Aληθεια; Ενα αποσπασμα ηταν μονο; Ωραια...ποτε κυκλοφορει το βιβλιο;Να με ενημερωσεις...θελω να μαθω το τελος της ιστοριας του γατουλι....κι ελπιζω να εχει χαπι εντ!!!

Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει ήδη απ' τις εκδόσεις Κέδρος.
Καλή μου, μην κολάς στα χάπι εντ. Υπήρξα για χρόνια σκηνοθέτης κινηματογράφου και θεάτρου... Έχω σιχαθεί αυτή τη λέξη. Και για να σου το πω διαφορετικά. Πες ότι ανεβάζουμε τον Οθέλο του Σαίξπηρ. Τί θα κάνουμε; Θα δείξουμε ότι ο Οθέλος δεν πνίγει από ζήλεια τη Δυσδαιμόνα;
Όχι βέβαια! Μπορούμε -ίσως να γράψουμε ένα άλλο έργο όπου μπορούμε να σατιρίσουμε τη ζήλεια του Οθέλου! Συμπτωματικά το έχω κάνει και αυτό.
Τον Ιούνιο θα παιχτεί στη Θεσσαλονίκη ένα απόσπασμα απ' το έργο μου «Το μαντίλι της Δυσδαιμόνας», όπου σατιρίζω τη ζήλεια του Οθέλου. Η Δυσδαιμόνα είναι «καραπουτάνα» και ο Οθέλος την πνίγει με αφορμή το μαντήλι που της χάρισε και αυτή το έχασε!
Το έργο φυσικά είναι παρωδία-κωμωδία.
Όμως αυτό είναι κάτι άλλο...

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

 

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

  • Τα παρακάτω 0 μέλη και 0 επισκέπτες διαβάζουν μαζί με εσάς αυτό το θέμα:
    Tα παρακάτω 0 μέλη διάβασαν αυτό το θέμα:
  • Φορτώνει...
Back
Top