yasmin1gr
Περιβόητο μέλος
Η yasmin1gr αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι μας γράφει από Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη). Έχει γράψει 6.478 μηνύματα.
12-11-06
02:25
γάτα
Από Wiktionary
Jump to: navigation, search
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]
Ελληνικά
Ετυμολογία
Από το ιταλικό gatta. < Από το λατινικό cᾰtta, προέλευση αβέβαιη.
Ουσιαστικό

γάτα θηλυκό (πληθυντικός γάτες)
Μεταφράσεις
Από Wiktionary
Jump to: navigation, search
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]
- <LI class=toclevel-1>1 Ελληνικά
Από το ιταλικό gatta. < Από το λατινικό cᾰtta, προέλευση αβέβαιη.

γάτα θηλυκό (πληθυντικός γάτες)
- κατοικίδιο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακριά ουρά και γαμψά νύχια που εξυπηρετούν στην αναρρίχηση και τη σύλληψη του θηράματος
- φυτό του οποίου το επίσημο όνομα είναι "χαϋναλδία η χνοώδης"
- κοινή ονομασία ορισμένων ψαριών, γατόψαρα
- σα βρεγμένη γάτα: με τέτοιο τρόπο που γίνεται κατανοητό ότι κάποιος έχει συνειδητοποιήσει κάποιο σφάλμα ή τις ευθύνες του
- γάτα με πέταλα: πολύ ικανός και επιδέξιος άνθρωπος
- αγγλικά : cat (en)
- αλβανικά : mace (sq) θηλυκό
- αραβικά : قط (ar) (qéṭṭ) αρσενικό , قطة (ar) (qéṭṭa) θηλυκό
- βιετναμέζικα : mèo (vi)
- βουλγαρικά : котка (bg) (kotka) θηλυκό , котак (bg) (kotak) αρσενικό , котарак (bg) (kotarak) αρσενικό
- γαλλικά : chat (fr) αρσενικό , chatte (fr) θηλυκό
- γερμανικά : Katze (de) θηλυκό
- δανικά : huskat (da), kat (da) ουδέτερο
- εβραϊκά : חָתוּל (he) (khatul) αρσενικό , חתולה (he) (khatula) θηλυκό
- εσθονικά : kass (et)
- εσπεράντο : kato (eo)
- ιρλανδικά : cat (ga)
- ισλανδικά : köttur (is), kisa (is)
- ισπανικά : gato (es) αρσενικό , gata (es) θηλυκό
- ιταλικά : gatto (it) αρσενικό , gatta (it) θηλυκό
- καταλανικά : gat (ca) αρσενικό , mix (ca) αρσενικό
- κροατικά : mačka (hr) θηλυκό
- λατινικά : feles (la) θηλυκό , felis (la) θηλυκό , cattus (la) αρσενικό
- λιθουανικά : katė (lt) θηλυκό , katinas (lt) αρσενικό
- νορβηγικά : huskatt (no), katt (no) αρσενικό
- ουγγρικά : macska (hu), kandúr (hu)
- ουκρανικά : кіт (uk), кішка (uk)
- περσικά : گربه (fa) (gorbeh)
- πολωνικά : {{ξεν|pl|kot]] αρσενικό , kotka (pl) θηλυκό , kocur (pl) αρσενικό , kocica (pl) θηλυκό , kotek (pl) αρσενικό
- πορτογαλικά : gato (pt) αρσενικό , gata (pt) θηλυκό
- ρουμανικά : pisică (ro) θηλυκό
- ρωσικά : кот (ru), кошка (ru)
- σλοβακικά : mačka (sk) θηλυκό
- σλοβενικά : maček (sl) αρσενικό , mačka (sl) θηλυκό
- σουηδικά : katt (sv) ουδέτερο
- τσεχικά : kočka (cs) θηλυκό , kocour (cs) αρσενικό
- τουρκικά : kedi (tr)
- φιλανδικά : kissa (fi)
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 19 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.


Αρχική Forum
Νέα Δημοσίευση
Ανέβασε Φωτογραφίες
Προσωπικές Συζητήσεις
Τα Ζωάκια μου
Gallery
Συνδεδεμένοι Χρήστες
Λίστα Αποκλεισμένων
Υπεύθυνοι του Forum
e-steki
iSchool