Σελ. 51 - 77
Έφτιαξα τα μαλλιά μου και ντύθηκα στα κόκκινα γαι να πάω στο ραντεβού με τον κτηνίατρο για εμβόλιο, και τώρα είμαι καθισμένη μπροστά στο τζάκι και χουρχουρίζω. Είμαι πράσινη γάτα με χρυσά μάτια και κοιμάμαι όλη μέρα μέσα στην μαγική ομπρέλα.Είμαι ναζιάρα και κάνω μαγικά με τις αυπνίες μου τις μετατρέπω σε πεταλούδες. Έξω βρε΄χει και κρυώνω παρόλο που έχει ήλιο, γιατί πάγωσε η λεμονιά, οπότε πάει ο Αι Βασίλης μετα δώρα και γλιστράει απ΄τη σκάλα, αδειάζει ο σάκος στα σκουπίδια. Χοχοχοχ, καλή Χρονιά, merry christmas, happy new year!!! είπε κι έπειτα έφυγε. Του χρόνου πάλι!!! σκέφτηκε. Την ίδια ώρα σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τρέξει και να προσέχει να μη φάει γλύστρα πάλι. Μπλούμ , ακούστηκε από το καζάνι όπου ΄ρβραζε νερό για την ψαρόσουπα, που της φάνηκε ανάλατη, οπότε έβαλε αλάτι για να νοστιμίσει και να τρώγεται καλύτερα. Στο τέλος, όμως, πάλι δεν τρωγόταν. Έτσι πρόσθεσε για κακή της τύχη, και λίγο πιπέρι. Το αποτέλεσμα ήταν φτερνιστιααααψού, τόσο πολύ, που κλάμα ο λαός και ο χωρικός, κάηκε και αυτός όπως όλοι μας, και είπαμε ότι δεν θέλουμε σούπα, θέλουμε ψητό κοτόπουλο με πατάτες και για επιδόρπιο σοκολατίνα με τρούφα και κρέμα σαντιγύ με ένα κερασάκι και κόκκινο κρασί. Έτσι λοιπόν, πιάσαμε μια κότα, σφάξαμε και ένα αρνί, έτσι για προθέρμανση, καθαρίσαμε πατατούλες και ως κύριο πιάτο γαλοπούλα γεμιστή με μπόλικο ριζάκι, και σόδα για τη χώνεψη. Και κόκκινο κρασάκι, τόσο πολύ που γίναμε τύφλα, και ήρθαμε για δουλειά μετά από τόσο μεθυστικό φαγοπότι. Και μας είδε η γάτα του γείτονα και άρχισε να νιαουρίζει απαρηγόρητη, ενώ πολλά ποντίκια χορεύανε ταγκό σε τρελό ρυθμό. Κι ένας σκύλος παραδίπλα, κάρφωσε στη ψύχρα με περισση πίκρα γιατί είχε σκοτάδι πίσσα! και μια μεγάλη λύσσα, διότι δαν νυφίτσα και γεμάτος γλίτσα έπεσε πάνω στην τροφοντή και έγινε ταπετσαρία χρωματιστή με βούλες και ρίγες πολλές, μεγάλες και μικρές, και μια σακούλα στο κεφάλι. Ένας ληστής μας πυροβολεί αλλά αστοχεί. Χτυπά όμως τη σακούλα σ΄ένα τοίχο και βγαίνει όλη η μπογιά!!! Κόκκινη μπογιά πηχτή σαν αίμα. Τρόμαξα, νόμισα ότι κάποιος χτύπησε, αλλά ήταν ο κουκουλοφόρος με τη μηχανή, που είχε τη διαχείρηση της οικοδομής της οδού Μερλιν και της οδού Ευελπίδων. Δίσπιτος δηλαδή κα ιπροδότης! Ο αχάριστος, μονάχος και απελπισμένος και συμπλεγματικός και σίγουρα προβληματικός, γιατί δεν έπαιζε με τ΄άλλα τα κοριτσάκια. Ας πρόσεχε λοιπόν. Καληνύχτα Τζον-Μπόυ, διότι ο μαΪντανός πετιέται παντού και πάντα τρώγεται με τα πάντα...φασόλια, φακές, γάλα και καμπά, λατέρνα φτώχια και φιλότιμο, πού΄ντο;;;; Μάλλον εδώ....μπά!!! Είναι παραπέρα. Και χορεύει χαρωπό μ΄έναν κόμπο στο λαιμό σε ένα σπίτι , και το μάτι του γλαρό, από φόβο μην τον δούνε να τους βλέπει από τη γωνία, κρυφά-κρυφά, όταν ένιωσε ξαφνικά ένα χέρι να του χτυπά την πλάτη. Ήταν ο καντηλανέφτης, τρομαγμένος και εκείνος, γιατί έβγαζε μπουρμπουλήθρες από τα αυτιά. Οι φούσκες γέμισαν το πάρκο, που ήταν άδειο από γατιά και ποντίκια, είχε μόνο κάτι μικρά και περίεργα, κοκκινοπράσινα σκουλίκια...μπλιαχ...τυλιγμένα με τυρί και μπέικον καπνιστό και μπόλικη σφολιάτα και μανιτάρια. Τα βλέπει λοιπόν, και φωνάζει: Μπαμπάααα....Μαμάαααα....νιάου, και μετά σιωπή. Και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα του σαλούν και βγαίνει το ρακούν, που τρέχει κατά το βουνό. Πάνω στην κοιλάδα πετούσε δίπλα του, προσπαθώντας να κρατηθεί ψηλά, και έπεσε μέσα σε έναν κουβά και σφήνωσε, νιώθοντας αποπνικτικά, γιατί είχε φάει πολύ και το πεπόνι του έπεσε βαρύ, το δε καρπούζι, άστα να πάνε...έφαγε μέχρι και τις φλούδες! Έφτυσε τα κουκούτσια και φύτρωσαν καρπουζιές στον πράσινο κάμπο με τις ασπρόμαυρες αγελάδες και τα ψηλά δέντρα, που τα βόσκανε καμηλοπάρδαλες με κοντό λαιμό, και αυτιά λαγού, στόμα κότας, ουρά παγωνιού και μάτια ελέφαντα!!! Δίπλα σε μια ροζ λίμνη με τιρκουάζ δέντρα και ασημένιο χορτάρι, έβρεξε κόκκινη βροχή, και ξαφνικά εκεί που χόρευα αλλοπαρμένα και έκανα τις φιγούρες μου, ήρθε η κακιά μάγισσα καβάλα στην σκούπα της, και με κακά μαγικά μεταμορφώθηκε σε χιλιοποδαρούσα, και άρχισε να ψάχνει τα χίλια παπούτσια της. αλλά τελικά, βρήκε άλλες δυο χιλιοποδαρούσες, που είχαν ανοίξει κέντρο αισθητικής και πλαστικής χειρουργικής, και αποφάσισε λοιπόν, να κάνει εκεί μανικιούρ και πεντικούρ στα γυμνά πόδια της!!! Μετά, όμως, έπαθε ποδάγρα και ευκοίλια!!! Γύρισε σπίτι τρέχοντας, αλλά προσέφυγε στα δικαστήρια γιατί αντιλήφθηκε ότι ο δικαστής ήταν και πολύ κουκλί, αλλά και παντρεμένος με ένα παιδί, και έτσι αποφάσισε να αποσύρει τη μήνυση, και να πάει αλλού να βρει το ταίρι της, με αποτέλεσμα να πάθει κατάθλιψη κι ένας ελκυστικός ψυχίατρος βρέθηκε στο δρόμο της...αλλά ήταν gay!!! Μάζεψε λοιπόν, τα συντρίμμια της και τα χίλια πόδια της, και έπεσε πάνω σε μια λασπωμένη τρύπα που οδηγούσε στον άγνωστο ως τώρα κόσμο των λασπωμένων ανθρώπων.