Είμαι ένα καλοκαίρι στο εξοχικό του θειου μου σε ένα χωριό στα Χανιά. Μερικές μερες πριν την εξεταστική, έχω πάει -και καλά- να διαβάσω. Βράδυ κατά τις 2 έχω μπροστά μου την Μακροοικονομία και ξαφνικά ακούω κάτι να βουίζει. Και μετά και ένα ακόμα κι άλλο κι άλλο.....
ΦΡΙΚΗ!!!! Ο τρόμος με είχε κυριολεκτικά κυριευσει. Κουκουλόθηκα με το σεντόνι και καθόμουν στο κρεβάτι κουλουριασμένη, εννοείται ότι είχα πλαντάξει στο κλάμα, και αυτες οι μα%@&ιες χτυπάγαν πάνω μου καθώς πετάγανε. Αρχίζω υστερικά να τσιρίζω ώσπου..... εμφανίζεται ο σωτήρας μου. Σκάει μυτη ο θείος μου με σώβρακο -το κλασσικό λευκό με την τσεπούλα για το κατουρημα- με το μαλλί "δάχτυλο στην πρίζα", έντρομος γιατί νόμιζε ότι κάτι, σοβαρό, είχε συμβεί.
Οι απρόσκλητοι επισκέπτες ήταν τζιτζίκια που είδαν φώς στην πόρτα (ηταν τζαμένια) και βρήκαν χώρο από κάτω και μπήκαν.
Τα γα&^$#να μου κόστισαν 10 χρόνια από την ζωή μου, δεν πέρασα και το μάθημα γιατί δεν πρόλαβα να διαβάσω και έχασε και ο θείος τον υπνο του.